The Medium Review – Enternity.gr


Το φιλόδοξο έργο της Bloober Team είναι εμπνευσμένο από παιχνίδια τρόμου, όμως το πολωνικό στούντιο βάζει τη δική του πινελιά σε κάθε ευκαιρία. Είναι άξιο προσοχής το The Medium; H απάντηση στο review του Χρήστου Χατζησάββα.

Κι αν υπάρχει κάτι περισσότερο από αυτά που βλέπουμε; Αν ο κόσμος των πνευμάτων είναι πραγματικός και επηρεάζει άμεσα τον φυσικό κόσμο όπου ζούμε, όμως δεν το αντιλαμβανόμαστε; Και τέλος, αν κάποιοι είχαν τη δυνατότητα να ζουν μεταξύ των δύο αυτών κόσμων, που θα σταματούσαν οι δυνάμεις τους; Τις απαντήσεις για τα παραπάνω, κι ακόμη περισσότερα, τις έχει η Marianne, μια νεαρή πολωνή με το χάρισμα του μέντιουμ που -υπό περιπτώσεις- θεωρεί περισσότερο κατάρα. Όπως είναι εύκολο να καταλάβει κανείς, το The Medium αφηγείται την ιστορία της Marianne η οποία εκτυλίσσεται σε δύο κόσμους ταυτόχρονα: τον φυσικό και τον πνευματικό.

Μέχρι στιγμής, η Marianne έβλεπε τις ικανότητές της ως ένα εργαλείο να βοηθάει βασανισμένες ψυχές να περάσουν στην αντίπερα όχθη, καθώς η ίδια εργαζόταν σε γραφείο τελετών κι έτσι η συχνή επαφή με νεκρούς ήταν που έμαθε όχι απλώς συνήθισε αλλά μετέτρεψε σε κάτι -για τους ίδιους- θετικό που χάριζε γαλήνη και στην ίδια. Ωστόσο, παρότι ο τίτλος του παιχνιδιού εστιάζει στην ιδιότητά της ως μέντιουμ, το σενάριο δεν αγνοεί την Marianne ως άνθρωπο, η οποία όπως αποδεικνύεται κατά τη διάρκεια των 8 ωρών που διαρκεί το παιχνίδι δεν είναι απλώς το άβαταρ του παίκτη. Είναι ένας απλός άνθρωπος που παρά το γεγονός ότι σε σταθερή βάση αντικρίζει πράγματα που θα «πάγωναν» τον οποιονδήποτε, παραμένει φιλεύσπλαχνη και οι εισαγωγικές σκηνές συνεισφέρουν στο να παρουσιάσουν ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας της δίχως να εκμαιεύουν συναισθήματα. Η απλότητα των διαλόγων και του φυσικού κόσμου κάνουν εύκολη τη σύνδεση με τον παίκτη σε ανθρώπινο επίπεδο, χωρίς να σπαταλούν πολύτιμα λεπτά από τον συνολικό χρόνο διάρκειας για άσκοπες συζητήσεις ή μονολόγους. Με τα γεγονότα του παιχνιδιού να διαδραματίζονται στην Πολωνία του 1999, η πρωταγωνίστριά μας γεννήθηκε και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της ενόσω το κομμουνιστικό κόμμα της χώρας βρισκόταν στην εξουσία προτού τα δεδομένα αλλάξουν το 1989. Καθώς η Bloober Team, η εταιρεία ανάπτυξης του παιχνιδιού εδρεύει στην Πολωνία, μεγάλο μέρος των αντικειμένων που συλλέγει ο παίκτης αντικατοπτρίζουν τον κόσμο του τότε μέσα από τα μάτια των γηγενών, μια καλοδεχούμενη οπτική για όσους λατρεύουν την ιστορία και το πώς την αφηγούνται άνθρωποι που την έζησαν από πρώτο χέρι. Εφημερίδες, φωτογραφίες και απλά σημειώματα που βρίσκονται διάσπαρτα στον κόσμο είναι ένα «παράθυρο» προς το παρελθόν, ενώ φυσικά, δεν είναι εκεί μονάχα ως ιστορικές αναφορές καθώς η όλη αυτή κατάσταση εμπλέκεται σε κάποιο βαθμό με τα κεντρικά γεγονότα.

Μιλώντας για αυτά, και πάντοτε χωρίς spoilers, μια από τις χειρότερες μέρες στη ζωή της Marianne σύντομα γίνεται ακόμα χειρότερη όταν ένα τηλεφώνημα από κάποιον άγνωστο άνδρα την φέρνει στο Niwa Resort, ένα ξενοδοχείο όπου μέχρι και κάποια χρόνια πριν έκαναν τις διακοπές τους άνθρωποι της πολιτείας. Το εγκαταλελειμμένο κτίριο τρομάζει και μόνο στην όψη, όμως αυτό είναι απλώς μια πρώτη γεύση του τι έπεται. Τα «τσιμέντα» έχουν μια πολύ ενδιαφέρουσα και αιματηρή ιστορία να αφηγηθούν, που μόνο η Marianne και οι όμοιοί της -τα μέντιουμ- μπορούν να καταλάβουν καθώς τα όσα εκτυλίχθηκαν εκεί δεν φανερώνονται σε γυμνό, ανθρώπινο μάτι. Φήμες, κυβέρνηση και πράγματα που δεν είναι όπως μοιάζουν – κλασική συνταγή πλοκής που ξεκινάει ως κάτι απλό και εξελίσσεται σε κάτι πολύ σύνθετο, ειδικά από τη στιγμή που κατανοεί ο παίκτης ότι κρύβονται περισσότερα από όσα βλέπει και ο ρόλος της Marianne είναι μεγαλύτερος από όσο περίμενε. Πράγματι, αφήνεται να εννοηθεί πως η ιδιότητα του μέντιουμ είναι σπάνιο φαινόμενο, ενώ προφανώς, υπάρχουν κάποιοι που θέλουν όχι να κατανοήσουν τι ακριβώς είναι αλλά απλώς να το εκμεταλλευτούν για διάφορους σκοπούς. Κάπου στη μέση βρίσκεται η Marianne, η οποία για πρώτη φορά στη ζωή της βρίσκεται αντιμέτωπη με φαινόμενα που ούτε η ίδια μπορεί να εξηγήσει ενώ παράλληλα η διαχωριστική γραμμή μεταξύ φυσικού και πνευματικού κόσμου αρχίζει να λεπταίνει. Ο κεντρικός κακός της ιστορίας είναι εύκολο να μισηθεί από τον καθένα κι όχι επειδή αποτελεί το στερεότυπο του μανιακού, αλλά γιατί δείχνει πως συχνά οι άνθρωποι δεν διαφέρουν πολύ από κάθε πραγματικό ή φανταστικό τέρας. Η εμπλοκή του στην ιστορία είναι ένα από τα δύο στοιχεία της που θα προκαλέσουν έντονα συναισθήματα στον παίκτη κι είναι κρίμα που κάθε επιπλέον λέξη θα μπορούσε να χαλάσει την εμπειρία κάποιου, οπότε δεν θα επεκταθούμε.

Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς την πλοκή δίχως να αποκαλύψει σημαντικά της στοιχεία – όμως αυτό που μπορούμε να πούμε είναι πως, παρότι σύντομο ως παιχνίδι και χωρίς άλλο υλικό από το οποίο μπορούσε να αντλήσει στοιχεία, ο κόσμος είναι αρκετά πλούσιος και προτείνεται ο παίκτης να ψάξει εξονυχιστικά κάθε δωμάτιο για collectibles καθώς δίνουν πολύ βάθος στη βασική πλοκή. Ψάξιμο, collectibles, δωμάτια, δύο κόσμοι. Καλά όλα αυτά, όμως πώς είναι σαν παιχνίδι το The Medium; Η απάντηση ίσως δεν αρέσει σε όλους, ανάλογα με τις προσδοκίες του καθενός. Ερχόμενο από την Bloober Team, της οποίας το «παλμαρέ» περιλαμβάνει τίτλους όπως Layers of Fear, Observer και Blair Witch, είναι ένα κινηματογραφικό παιχνίδι τρόμου τρίτου προσώπου με έμφαση στην αφήγηση κι όχι τόσο στη δράση ή το βάθος του gameplay. Με απλά λόγια, είναι δύσκολο έως αδύνατο ο παίκτης να αποτύχει κάπου πλην ελάχιστων στιγμών, μιας και δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος με την εξαίρεση κάποιων συγκεκριμένων σημείων όπου η αποτυχία συνεπάγεται επανεκκίνηση της σκηνής δίχως περαιτέρω αντίκτυπο. Παρόλα αυτά, κάνει φιλότιμες προσπάθειες να δώσει λίγη περισσότερη ελευθερία και ποικιλία, συμπεριλαμβάνοντας πέρα από τα τυπικά -περπάτημα, τρέξιμο, αλληλεπίδραση με τον χώρο- και δύο ικανότητες που συνδέονται με τον πνευματικό κόσμο: την ασπίδα που επιτρέπει το πέρασμα μέσα από επικίνδυνα σημεία και την απελευθέρωση ενέργειας που προκαλεί ζημιά σε εχθρούς ή λειτουργεί ως υποκατάστατο του ηλεκτρικού ρεύματος για κάποιες συσκευές. Σε κάθε περίπτωση, είναι απλές προσθήκες και δεν χρησιμοποιούνται διαρκώς, όμως συμβάλλουν στο να δώσουν λίγη περισσότερη ποικιλία ενεργειών στον παίκτη.

Το πραγματικό «αστέρι» όμως, αποτελεί ο μηχανισμός “Dual Reality”. Όντας παιχνίδι που κυκλοφορεί αποκλειστικά σε νέας γενιάς Xbox και PC, το The Medium εκμεταλλεύεται τη δύναμή τους με μια πατενταρισμένη ιδέα: το παιχνίδι τρέχει εις διπλούν, σχεδόν πάντα και με ανύπαρκτους χρόνους φόρτωσης. Δηλαδή, η μισή οθόνη προβάλλει τον φυσικό κόσμο και η άλλη μισή τον πνευματικό κόσμο, οι οποίοι οπτικά διαφέρουν σε κάθε πιθανό σημείο μεταξύ τους, ακόμη και στην εμφάνιση της Marianne. Όμως, ο παίκτης χειρίζεται την πρωταγωνίστρια και στους δύο κόσμους ταυτόχρονα, ενώ επίσης μπορεί να αλληλεπιδράσει με αντικείμενα που υπάρχουν μόνο στον ένα ή τον άλλο κόσμο, το οποίο συχνά αποτελεί τη βάση των γρίφων που καλείται να λύσει. Κάθε δράση στον ένα κόσμο, έχει μια αντίδραση στον άλλο – η καταστροφή ενός εμποδίου που βρίσκεται στο δρόμο της Marianne στον πνευματικό κόσμο, για παράδειγμα, επιτρέπει την πρόοδο στον φυσικό κόσμο. Από την άλλη, υπάρχουν σημεία όπου το φυσικό εμπόδιο δεν υφίσταται στον πνευματικό κόσμο κι έτσι το πνεύμα μπορεί να περιπλανηθεί άφοβα. Πώς, όμως, περνάει το πνεύμα και μένει πίσω το σώμα; Εδώ εμφανίζεται ένας ακόμη χρήσιμος μηχανισμός, το “Out of body experience”, που επιτρέπει στη Marianne να αφήσει το σώμα της πίσω και να περιπλανιέται ως πνεύμα, αλλά όχι για πολύ καθώς σιγά-σιγά αρχίζει να αποσυντίθεται -με ένα εντυπωσιακό εφέ, μάλιστα, όπου σταδιακά η Marianne εξαφανίζεται αντί ο παίκτης να παρακολουθεί ένα life gauge- και πρέπει να επιστρέψει για μια «ανάσα».

Φυσικά, ακόμη και τα διαθέσιμα collectibles προς συλλογή αλλάζουν μεταξύ των δύο κόσμων, δίνοντας έτσι στον παίκτη λόγο να εξερευνά ενδελεχώς κάθε περιοχή. Μάλιστα, αποκτώντας ορισμένα σημαντικά αντικείμενα ξεκλειδώνονται χώροι -απαραίτητοι για την πρόοδο και μη- τους οποίους ο παίκτης πρέπει να αναζητήσει καθώς ναι μεν είναι γραμμικό παιχνίδι όσον αφορά στην πρόοδο της ιστορίας, αλλά το πισωγύρισμα σπάνια πηγαίνει χαμένο και η ανταμοιβή (αντικείμενα που συμβάλλουν στο χτίσιμο του κόσμου και την εμβάθυνση στην πλοκή) είναι διόλου αμελητέα. Βέβαια, υπάρχει πολύ περπάτημα στο παιχνίδι και η ταχύτητα τρεξίματος θα μπορούσε να είναι λίγο μεγαλύτερη. Είναι σαν η Marianne να περπατάει όμως παράλληλα κουνάει και τα χέρια, σε μια προσπάθεια να μας ξεγελάσει πως τρέχει. Η έμφαση αυτή στον διπλό κόσμο ανά πάσα στιγμή ήταν τεχνική και σχεδιαστική πρόκληση, καθώς οι δημιουργοί έχουν δηλώσει πως η απόφαση να χρησιμοποιήσουν στατική (αλλά δυναμική) προοπτική έναντι ελεύθερου χειρισμού της κάμερας εν μέρη πάρθηκε λόγω του Dual Reality. Δηλαδή, η προοπτική θυμίζει περισσότερο Silent Hill παρά τα πρώτα Resident Evil, όμως ο δεξιός μοχλός παραμένει «νεκρός» καθ’ όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού. Δεν συνεπάγεται αυτόματα κάτι αρνητικό βέβαια η επιλογή αυτή, καθώς μια κάμερα που «βλέπει» από σταθερό σημείο δίνει ελευθερία στους σχεδιαστές να αναδείξουν σημαντικά σημεία κάθε δωματίου, κάτι που εκμεταλλεύτηκαν τόσο όσον αφορά στην τοποθέτηση αντικειμένων αλλά και στη γενικότερη δομή κάθε χώρου, με σημαντικές λεπτομέρειες που μαρτυρούν την ιστορία του δωματίου να ξεχωρίζουν εύκολα για τον παίκτη.

Οι ομοιότητες με τα Silent Hill και Resident Evil στον τομέα του gameplay σταματούν εκεί. Όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι παιχνίδι επιβίωσης και αντ’ αυτού κυριαρχούν η εξερεύνηση και η κατανόηση της πλοκής πάνω από οτιδήποτε. Αισθητικά και ως γενική ιδέα, όμως, ο διπλός κόσμος δεν διαφέρει πολύ από το Silent Hill που επίσης είχε διπλή πραγματικότητα – θα μπορούσε κανείς να πει ότι η ταυτόχρονη παρουσία δύο κόσμων είναι μια εξέλιξη της βασικής ιδέας του Silent Hill και, αν ποτέ αναστηθεί η σειρά, ίσως η Bloober Team μπορούσε να κάνει θαύματα με μια έτοιμη σειρά. Η δουλειά που έχει κάνει σε ένα ολοκαίνουριο δημιούργημα μαρτυρά πως έχει τη φαντασία και την ικανότητα -ίσως όχι το μπάτζετ- για να μεγαλουργήσει σε «ξένα χωράφια». Ακόμη κι αν αποφασιστεί μια συνέχεια του The Medium ωστόσο, κάτι που δεν αποκλείεται βάσει του τέλους, ίσως η Bloober Team έχει ένα ακόμη δυνατό horror franchise στα χέρια της και δεν χρειαστεί το δυνατό όνομα της Konami. Τα τεχνικά προβλήματα του The Medium δεν είναι πολλά και όσα ανακαλύψαμε ήταν κυρίως οπτικά. Υπάρχουν ενίοτε texture pop-ins όταν προσπαθεί ο παίκτης να περιεργαστεί ένα αντικείμενο, υπάρχουν σπάνιες και αμελητέες πτώσεις καρέ σε κάποια cutscenes και σε δύο περιπτώσεις η κάμερα «κόλλησε» σε προηγούμενη θέση παρότι είχαμε αλλάξει χώρο – ένα απλό μπρος-πίσω έλυσε το θέμα, όμως δεν αναιρεί ότι υπήρξε. Αξίζει να σημειωθεί πως το παιχνίδι κυκλοφορεί έναντι 49.99€ -χαμηλότερη του νέου στάνταρ για κυκλοφορίες αμιγώς νέας γενιάς- και περιλαμβάνεται από την πρώτη ημέρα στο Xbox Game Pass για κονσόλες και PC, ενώ αποτελεί αποκλειστικότητα των Xbox Series X|S ως προς τις κονσόλες.

Στα πολύ θετικά βρίσκεται η υποστήριξη ray tracing στο Xbox Series X, το οποίο εκμεταλλεύεται πλήρως τα σκοτεινά περιβάλλοντα του παιχνιδιού για να δημιουργήσει εκπληκτικές σκηνές χάρη στις εναλλαγές φωτισμού και τις αντανακλάσεις. Τα καρέ ανά δευτερόλεπτο είναι κλειδωμένα στα 30fps -πλην των πτώσεων που αναφέρθηκαν πριν- και η ανάλυση φαίνεται να είναι 4K στο Xbox Series X, όμως παρατηρήθηκε πως σε κάποιες επιφάνειες ευθείες γραμμές «έσπαγαν», οπότε είτε η μέθοδος anti-aliasing δεν είναι η ιδανική είτε η ανάλυση είναι δυναμική σε περιπτώσεις. Όπως και να ‘χει, η αισθητική του τίτλου είναι απολαυστική και η ανάλυση δεν θα απασχολήσει οποιονδήποτε έχει «βυθιστεί» στην πλοκή, τον ήχο και τον κόσμο. Μιλώντας για ήχο, η χρήση ακουστικών είναι σχεδόν απαραίτητη. Όχι πως κάποιος παίκτης δίχως ακουστικά χάνει κάτι, όμως ο διαχωρισμός των απόκοσμων φωνών που συχνά οδηγούν στην ανακάλυψη κρυμμένων αντικειμένων είναι ωραία λεπτομέρεια, ενώ οι ήχοι στο παρασκήνιο δημιουργούν ένα φανταστικό σκηνικό τρόμου. Σίγουρα, αν υπάρχει η επιλογή για ακουστικά ή τηλεόραση, είναι μονόδρομος τα ακουστικά.

Ο πανταχού παρών Troy Baker δανείζει τη φωνή του στον βασικό κακό, ενώ η Mary Elizabeth McGlynn -που πολλοί ίσως θυμούνται για την ανάμειξή της στα Silent Hill- τραγουδά μερικά από τα πιο όμορφα τραγούδια του soundtrack. Η παρουσία των δύο καλλιτεχνών προσδίδει ακόμη μεγαλύτερο κύρος σε μια πρακτικά ανεξάρτητη παραγωγή ενός μικρομεσαίου στούντιο και τα μεγάλα ονόματα δεν σταματούν εκεί. Ο θρυλικός Akira Yamaoka που βρίσκεται πίσω από την μουσική παραγωγή πολλών Silent Hill δηλώνει επίσης παρών, είναι συνυπεύθυνος για τη μουσική του τίτλου, παρέα με τον βραβευμένο Arkadiusz Reikowski. Όπως είναι φυσικό, ο Yamaoka-san εστιάζει περισσότερο στη μουσική επένδυση του πνευματικού κόσμου και ο Reikowski στου φυσικού κόσμου, όμως τα δύο τελευταία τραγούδια που ακούγονται φέρουν την υπογραφή του Yamaoka και θυμίζουν έντονα Silent Hill, με την ταλαντούχα McGlynn να τα ερμηνεύει εξαιρετικά.

Μια μικρή σύνοψη για το τέλος. Το The Medium είναι κινηματογραφικό, έχει μια ώριμη και ενδιαφέρουσα ιστορία να αφηγηθεί και ο μηχανισμός Dual Reality -μαζί με όλα τα παρελκόμενα- δείχνει πως έχει να δώσει πολλά αν αξιοποιηθεί με φαντασία και εφόσον υπάρχει ελευθερία στο μπάτζετ. Ως εκ τούτου, η έμφαση δεν δίνεται στο gameplay και το παιχνίδι δεν διαφέρει πολύ από τα υπόλοιπα παιχνίδια της εταιρείας, οπότε όσοι επιθυμούν μια άριστη εμπειρία τρόμου δεν θα μείνουν απογοητευμένοι ενώ οι λάτρεις των Silent Hill θα εκτιμήσουν σίγουρα την ατμόσφαιρα, την αισθητική και την πλοκή όμως πιθανότατα δεν θα καλυφθούν από το gameplay. Κοινός παρονομαστής είναι οι φίλοι του horror, οπότε οπουδήποτε κι αν τοποθετείται η αγάπη του παίκτη για τους πάλαι ποτέ τιτάνες του είδους στο gaming, το The Medium είναι μια εμπειρία που δεν πρέπει να αμελήσουν. 





Source link