Vampire: The Masquerade – Shadows of New York Review


Αξίζει να ασχοληθείτε με το Vampire: The Masquerade – Shadows of New York; Η απάντηση στο αναλυτικό review του Κωνσταντίνου Καλκάνη.

Με το Vampire: The Masquerade να κάνει την επιστροφή του στην gaming σκηνή, η κυκλοφορία spin-offs είναι κάτι περισσότερο από ευπρόσδεκτη. Και κατηγοριοποιούνται έτσι αφού πρακτικά οτιδήποτε φέρει το VtM στον τίτλο αυτόν τον καιρό, το “Bloodlines 2” είναι η φυσική συνέχεια στο μυαλό του καθενός. Τώρα, τι γίνεται με το Vampire: The Masquerade – Shadows of New York; Έχουμε να κάνουμε με ένα standalone expansion του Coteries of New York, το οποίο κυκλοφόρησε την προηγούμενη χρονιά, το οποίο προσπαθεί να επεκτείνει ακόμα περισσότερο την ατμόσφαιρα και τον κόσμο που δημιούργησε ο προκάτοχός του, αποφεύγοντας ταυτόχρονα τα ατοπήματά του. Ή όσα καταφέρνει, τουλάχιστον.

Η αλήθεια είναι πως το σκηνικό είναι απευθείας πιο ενδιαφέρον από το Coteries, αφού η ομάδα ανάπτυξης διαλέγει να ξεπεράσει τα περισσότερα «εισαγωγικά» στον κόσμο του και βάζει τους παίκτες σχεδόν αμέσως στο κλίμα. Η Julia, πρωταγωνίστρια του Shadows of New York, είναι μια δημοσιογράφος και πιο συγκεκριμένα κάνει ερευνητική δημοσιογραφία. Η ζωή της πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο, μέχρι που μια νύχτα ο κόσμος της θα καταρρεύσει – και φυσικά θα αλλάξει για πάντα. Fast forward κάποιους μήνες στο μέλλον και η Julia είναι πλέον σχετικά εξοικειωμένη με την «κατάστασή» της, αλλά παραμένει ο ίδιος αυτοκαταστροφικός εαυτός της. Η ίδια έχει παραιτηθεί στη μοίρα της κατά κάποιον τρόπο αφού λόγω της φατρίας της η Camarilla την ανέχεται μετά βίας, αναθέτοντάς της μια από τις πιο βαρετές «δουλειές» στην Νέα Υόρκη. Όλα αυτά θα αλλάξουν με τον φόνο (ή μάλλον τον «τελικό θάνατο») ενός απέθαντου με… ας το πούμε υψηλό προφίλ, όπου και η Julia θα αναλάβει να λύσει το μυστήριο.

Η αλήθεια είναι ότι το twist στην πλοκή έρχεται από χιλιόμετρα μακριά, και όταν έχεις να κάνεις με έναν τίτλο η συνολική διάρκεια του οποίου δεν ξεπερνάει τις 4-5 ώρες, αυτό δεν είναι ενθαρρυντικό σημάδι. Παραμένει όμως κατά τα άλλα μια διασκεδαστική ιστορία, στην οποία θα πρέπει να σημειωθεί ότι το input του παίκτη σπάνια σημαίνει κάτι παραπάνω από μια διαφορετική εξιστόρηση, για να ειπωθεί απλά. Οι επιλογές υπάρχουν για την πρωταγωνίστρια, αλλά το αποτέλεσμα θα παραμένει το ίδιο. Και ο τερματισμός είναι απόρροια κάποιων από τις παραπάνω επιλογές, οι οποίες διαμορφώνουν και τα traits της Julia – και συναντώνται 4-5 φορές στη διάρκεια της ιστορίας. Οπότε έχουμε να κάνουμε με ένα σύστημα επιλογών που ουσιαστικά καθορίζει το πώς θα παρουσιαστούν τα γεγονότα και ποιος θα είναι ο τερματισμός. Αλλά θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο φόνος αυτός καθ’ αυτός και η επίλυσή του είναι προκαθορισμένα. Σαν «τερματισμός» πρακτικά εννοείται η τύχη της πρωταγωνίστριας.

Το κατά πόσο αυτό χαλάει την εμπειρία είναι ξεκάθαρα υποκειμενικό, αφού θα πρέπει να θυμηθούμε ότι έχουμε να κάνουμε με ένα visual novel, κάτι που γενικότερα δεν το λες και mainstream (στην Ευρώπη και τη Δύση, γενικότερα) και εκ των πραγμάτων περιορίζει το κοινό αρκετά. Πρακτικά δηλαδή είναι μια ιστορία με ξεκάθαρη αρχή, μέση και τέλος, και ελαφρώς διαφορετική πορεία, με δύο τερματισμούς να χρειάζονται για όλα τα διαφορετικά ενδεχόμενα. Η ιστορία αυτή καθ’ αυτή είναι ενδιαφέρουσα αν και τετριμμένη, όσο μπορεί να είναι, ενώ την παράσταση κλέβει η ίδια η πόλη της Νέας Υόρκης (όχι, δεν γίναμε Sex and the City) και το πώς αυτή «ξεβάφει» πάνω στην Julia, μια μετανάστρια εκεί που ακόμα ψάχνει να βρει τον εαυτό της. Οι περισσότεροι χαρακτήρες είναι ήδη γνωστοί από το Coteries, ενώ οι νέες προσθήκες αν και έχουν ενδιαφέρον δεν αναπτύσσονται ιδιαίτερα, και είναι κρίμα γιατί το σκηνικό είναι αν μη τι άλλο κατάλληλο για να αναπτύξεις ξεχωριστές ιστορίες και χαρακτήρες.

Κατά τα άλλα έχουν γίνει αρκετές βελτιώσεις σε σύγκριση με το Coteries, με μεγαλύτερη έμφαση στα quality of life improvements, ας τα πούμε έτσι. Τα backgrounds είναι πλέον δυναμικά και θα μπορούσε κανείς να πει και με περισσότερο «χαρακτήρα», ενώ το feeding και οι επιπτώσεις από την έλλειψη αυτού είναι πλέον παραγκωνισμένο και γίνεται σαν δεδομένο, είναι δηλαδή γραμμένο «επάνω» στην πλοκή, κάτι που γενικότερα βοηθάει πολύ την κατάσταση και δεν στερεί από τους παίκτες επιλογές που παρά την όποια ματαιότητά τους, καλό είναι να υπάρχουν.

Γενικότερα, το Vampire: The Masquerade – Shadows of New York είναι ένας τίτλος που δύσκολα συστήνεται σε αυτούς που δεν είναι θιασώτες, αφού ένας νεοεισερχόμενος στον κόσμο του θα νιώσει κάπως «χαμένος» με όλα αυτά που πρέπει να απορροφήσει. Και για να είμαστε και τελείως ειλικρινείς, μπορεί να βρει καλύτερες ιστορίες για να τον «βάλουν» στην ατμόσφαιρα και να τον εισάγουν στον κόσμο του. Τώρα, έχοντας αναφέρει όλα τα παραπάνω, και δεδομένου ότι μιλάμε για ένα graphic novel, τα πράγματα είναι πολύ απλά. Γενικότερα, οι περισσότεροι που θα ασχοληθούν μαζί του, θα ξέρουν από πριν με τι έχουν να κάνουν. Όποιος πάρει την απόφαση να δοκιμάσει για πρώτη φορά τον κόσμο του Vampire: The Masquerade δεν είναι ότι θα περάσει άσχημα, απλά θα μπορούσε να κάνει την εισαγωγή του με διαφορετικό τρόπο. 





Source link

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.